σεληνικός

-ή, -ό, Ν
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χημικό στοιχείο σελήνιο
2. φρ. α) «σεληνικό οξύ»
χημ. ανόργανη χημική ένωση, λευκό υγροσκοπικό στερεό, το μόριο τού οποίου αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου, ένα άτομο σεληνίου και τέσσερα άτομα οξυγόνου, και το οποίο σχηματίζεται κατά την διαλυτοποίηση τού ακάθαρτου ερυθρού σεληνίου σε θειικό οξύ παρουσία ενός οξειδωτικού μέσου
β) «σεληνικά άλατα»
χημ. τα άλατα τού σεληνικού οξέος.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. selenic (< selenium, βλ. σελήνιο)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ՓԱՅԾԱՂՆԱՑԱՒ — (ի, աց.) NBH 2 0930 Chronological Sequence: Unknown date, 12c ա. σεληνικός lienosus, splenicus. Փայծաղոտ. որ ունի ցաւ ʼի փայծաղն. ... *Որպէս թէ տեսանիցես զոք ջրգողեալ, կամ փայծաղնացաւ. Ոսկ. ղկ.: Սարգ. ստէպ: գ. ՓԱՅԾԱՂՆԱՑԱՒ, ոյ. ՓԱՅԾԱՂՆԱՑԱՒՈՒԹԻՒՆ գ …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.